ευδιάβολος

εὐδιάβολος, -ον (Α)
1. ο ευδιάβλητος
2. (επίρρ. φρ.) «εὐδιαβόλως ἔχειν» — το να έχει κάποιος διάθεση για κατηγορία, για διαβολή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + διά-βολος «αυτός που διαβάλλει (ή και διαβάλλεται)» (< δια-βάλλω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐδιαβόλως — εὐδιάβολος easy to misrepresent adverbial εὐδιάβολος easy to misrepresent masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδιάβολον — εὐδιάβολος easy to misrepresent masc/fem acc sg εὐδιάβολος easy to misrepresent neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδιαβόλους — εὐδιάβολος easy to misrepresent masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδιαβόλων — εὐδιάβολος easy to misrepresent masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδιάβολα — εὐδιάβολος easy to misrepresent neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδιάβολοι — εὐδιάβολος easy to misrepresent masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.